«Αχαριστία» στη ζωή και στην λογοτεχνία

Δημοσιεύτηκε: Οκτώβριος 5, 2018

Γράφει η Τζένη Μανάκη //

Λένε πως η στάση μας απέναντι στη ζωή καθορίζει και τον τρόπο που μας αντιμετωπίζει η ίδια η ζωή. Μπορεί να ισχύει, αλλά δεν θα λέγαμε ότι είναι και κανόνας.

Δεν ξέρω αν φθάνει κάποιος σε κάποιου είδους σοφία με το να αναγνωρίζει τα λάθη του. Συνήθως οι άνθρωποι και κάτω από διαφορετικές συνθήκες αναπαράγουν τα λάθη τους ανατρέποντας τον άτυπο κανόνα ότι η εμπειρία διδάσκει. Θα ήταν σκόπιμο να μη τα ωραιοποιεί τουλάχιστον για να αποφύγει τυχόν επαναλήψεις, όμως οι αναμνήσεις στο πλείστο τους διέπονται από την τάση για αφαίρεση, κατά προτίμηση των χειρότερων κομματιών τους. Ίσως ανήκει κι αυτό στην οικονομία της φύσης… για να επιβιώνει ο άνθρωπος.

Φαντάζομαι θα σας έτυχε να γνωρίσετε κάποιους-ες τούς οποίους αρχικά εκτιμήσατε, δώσατε μέρος του εαυτού σας για να εξασφαλίσετε την »ακριβή» φιλία τους, θεωρήσατε τύχη την συνάντηση στη ζωή μαζί τους, τους χαρίσατε την ψυχή σας και ό,τι άλλο μπορούσε να τούς ευχαριστήσει.

«Μερικοί άνθρωποι έχουν ψυχή ικανή να αφοσιωθεί με μοναδική ανταμοιβή την ευτυχία του αγαπημένου τους προσώπου» (Συνταγματάρχης Σαμπέρ – Μπαλζάκ)

Εφευρίσκατε χίλιες δικαιολογίες για να καλωπίζετε την δική τους μη δοτικότητα, την αδιαφορία, την άρνηση προσφοράς, όχι αντίστοιχης, αλλά έστω και ελάχιστης, σε αισθήματα κυρίως.

Θα αισθανθήκατε προδομένοι από την αχαριστία τους , ανόητοι που δεν αντιληφθήκατε το ποιόν τους και επιδοθήκατε σ’ ένα άμετρο δόσιμο. Ίσως και γελοίοι κάποιες φορές. »Le ridicule ne tue pas», λένε οι Γάλλοι. Ενδεχόμενα κανείς δεν πρόκειται να πεθάνει από παρόμοιες συμπεριφορές, αλλά υπάρχουν και όρια. Και ίσως αυτά τα όρια προς αποφυγήν είσπραξης τέτοιων αισθημάτων, πρέπει να τα θέτει κανείς εξ αρχής, κυρίως στον εαυτό του.

Είναι όμως δυνατό ένας ανοιχτός, δοτικός, καλοπροαίρετος, άνθρωπος να πιέζει τα καλά του στοιχεία, το έμφυτό του αίσθημα της αγάπης, της προσφοράς, από τον φόβο μιας πιθανής τέτοιας »ήττας», της ψυχικής ήττας που υφίσταται από τον αχάριστο;

Είναι σαν να μιμείται την »γαϊδουριά» του αλλουνού, (τα καημένα τα γαϊδουράκια τι παθαίνουν…) και δεν το κάνει, ακριβώς γι αυτό το λόγο, ακόμη και όταν έχει ήδη αντιληφθεί περί τίνος πρόκειται. Και υποφέρει, προσπαθεί να βρει δικαιολογίες ο ίδιος αντί του άλλου, και ωραιοποιεί την ήττα που έχει υποστεί. Αντιπαρατάσσει την μεγαλοσύνη του, δηλητηριάζεται από την πικρία που του προκαλεί η αχαριστία, εξουθενώνεται. Και όμως συνεχίζει, γιατί αυτή είναι η οπτική του για την ζωή και καλώς δεν θέλει να την αλλάξει.

Εννοείται ότι παρόμοιες ιστορίες στην πραγματική ζωή συμβαίνουν πάμπολλες και ίσως ελάχιστοι δοτικοί, μεγαλόκαρδοι άνθρωποι δεν έχουν απογοητευθεί, πικραθεί, νιώσει ηττημένοι από συμπεριφορά κάποιου αχάριστου.

Το ίδιο και στην λογοτεχνία. Σαν παράδειγμα θα αναφέρω τον Συνταγματάρχη Σαμπέρ, της ομώνυμης νουβέλας του Μπαλζάκ, την θλιβερή ιστορία του οποίου φαντάζομαι θα έχετε κάπως υπόψη ακόμη κι όσοι δεν έτυχε να την διαβάσετε. Ο άτυχος συνταγματάρχης επιστρέφει κυριολεκτικά από τον θάνατο και βρίσκει όλες τις πόρτες κλειστές, ακόμη κι αυτή της γυναίκας του, την οποία είχε αγαπήσει και ευεργετήσει.

«Η κόμισσα έκανε μια απερίγραπτη χειρονομία σαν άκουσε τα βήματα του συζύγου της που απομακρυνόταν. Κατόπιν με τη βαθύτατη οξύνοια που δίνει η υπέρτατη κακοήθεια και ο άκρατος εγωισμός πείστηκε πως μπορεί να ζήσει με την υπόσχεση και την περιφρόνηση του άψογου στρατιώτη.»

Πρόκειται για ένα συναρπαστικό αφήγημα που δεν περιορίζεται βέβαια μόνο στην επισήμανση της αχαριστίας από τούς ευεργετηθέντες, αλλά αποτελεί ένα ψυχογράφημα του ανθρώπου σε πολλές εκφάνσεις των συμπεριφορών του.

«Τι πεπρωμένο» αναφώνησε ο Ντερβίλ (σημ. δικηγόρος του Σαμπέρ) «Από το ορφανοτροφείο κατέληξε να πεθάνει στο γηροκομείο, αφού προηγουμένως συνέδραμε τον Ναπολέοντα να κατακτήσει την Αίγυπτο και την Ευρώπη. Γνωρίζεις αγαπητέ, ότι στην κοινωνία υπάρχουν τρία είδη ανθρώπων, ο ιερέας, ο γιατρός και ο νομικός, που δεν είναι σε θέση να εκτιμήσουν τον κόσμο; Φορούν κι οι τρεις μαύρα, ίσως γιατί πενθούν με τον τρόπο τους όλες τις αρετές, όλες τις ψευδαισθήσεις».

Ο Μπαλζάκ, διεισδύει βαθιά στην ανθρώπινη ψυχή μέσα από τις μυθοπλασίες του και είναι γνωστό ότι επηρέασε αρκετούς από τούς μεγαλύτερους μεταγενέστερους του λογοτέχνες. Ο καημένος ο συνταγματάρχης Σαμπέρ είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα ήρωα της λογοτεχνίας – θύμα της ανθρώπινης αχαριστίας.

«Ήμουν θαμμένος κάτω από τούς νεκρούς μα τώρα έχω θαφτεί κάτω από ζωντανούς, από πιστοποιητικά και δεδομένα, κάτω από μια κοινωνία που θέλει να με ξαναστείλει στο χώμα», γράφει ο Μπαλζάκ για τον ήρωά του.

πηγή:fractalart.gr