Το ελληνικό αδιέξοδο

Δημοσιεύτηκε: Οκτώβριος 10, 2018

Η Ελλάδα χρειάζεται πάγιες επενδύσεις της τάξης των 150 δις € για να ανακτήσει την ανταγωνιστικότητα της – ενώ, ακόμη και αν υπήρχαν τα κεφάλαια, θα απαιτούταν αρκετά χρόνια, κόπος και πάρα πολύ δουλειά, για να αποδώσουν παραγωγικά και να αναβιώσει η οικονομία μας.

.

Επικαιρότητα

Αντί να χρεοκοπήσουμε το 2011, όταν η κατάσταση της οικονομίας μας ήταν κατά πολύ καλύτερη από σήμερα όσον αφορά κυρίως τον ιδιωτικό τομέα (τράπεζες, επιχειρήσεις, νοικοκυριά), τα τρία κόμματα που στήριζαν την τεχνοκρατική κυβέρνηση επέλεξαν το PSI– κλείνοντας όλες τις εξόδου κινδύνου, παγιδεύοντας τη Ελλάδα στο ευρώ, στο χρέος και στα μνημόνια, υποθηκεύοντας τα πάντα κοκ. Αντί να συγκρουσθούμε το 2015, η κυβέρνηση δολοφόνησε την τελευταία ελπίδα των Ελλήνων και τους καταδίκασε σε ένα τρίτο μνημόνιο – ενώ τον Ιούνιο του 2018, επέλεξε τη μεταφορά ενός μεγάλου μέρους των χρεών μας έντοκα στα παιδιά μας!

Σήμερα, με την οικονομία μας εντελώς κατεστραμμένη, όπου κυριολεκτικά έχουν πέσει οι τίτλοι τέλους, η κυβέρνηση φαίνεται πως διάλεξε τη μετατόπιση του προβλήματος των χρεοκοπημένων τραπεζών στο μέλλον – όπου θα «πακετάρουν» τα ενυπόθηκα δάνεια τους, θα τα ελέγξουν ειδικοί επόπτες και θα τα ξεπουλήσουν σε εξευτελιστικές τιμές στα κερδοσκοπικά κεφάλαια, με την εγγύηση του δημοσίου. Έτσι δεν θα αναγκασθεί να καταβάλλει τώρα 10-15 δις € αγοράζοντας τα από τις τράπεζες με τη δημιουργία μίας «Bad Bank», αλλά θα μεταφέρει το πρόβλημα στο μέλλον – προφανώς επιδεινώνοντας το, αφού εάν είχε γίνει κάτι τέτοιο στο παρελθόν, όπως έκαναν όλες οι άλλες προβληματικές χώρες, θα είχε επιλυθεί πολύ πιο εύκολα και οικονομικότερα.

Βέβαια υπάρχει ακόμη η λύση του κουρέματος των καταθέσεων, για να μειωθούν οι υποχρεώσεις των τραπεζών οπότε να αυξηθεί η κεφαλαιακή τους επάρκεια, αλλά μάλλον θα προηγηθεί το περιουσιολόγιο – έτσι ώστε να εγκλωβιστούν όλα τα ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία των Ελλήνων από τους Γερμανούς. Έτσι και αλλιώς οι Έλληνες έχουν αδρανοποιηθεί εντελώς, οπότε δεν υπάρχει κανένας φόβος να αντιδράσουν – άρα δεν υπάρχει λόγος βιασύνης.

Από το σημείο αυτό όμως φαίνεται η ουσία του προβλήματος της Ελλάδας – όπου, παρά το ότι οι ξένοι αγόρασαν μόλις για 6-7 δις € τις τράπεζες, οι οποίες ελέγχουν περιουσιακά στοιχεία αξίας 300-400 δις €, δεν μπορούν να τα εκμεταλλευθούν και κινδυνεύουν να χρεοκοπήσουν. Η αιτία είναι το ότι, δεν διαθέτουν αρκετά κεφάλαια για να ξεπεράσουν το σκόπελο των κόκκινων δανείων και της αδυναμίας ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας – με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να διεξάγουν τις συνήθειες τραπεζικές τους εργασίες (παροχή δανείων κλπ.), οπότε να μην μπορούν να καλύψουν τα λειτουργικά τους έξοδα και να κερδίσουν.

Έτσι, με δεδομένο το ότι τα κεφάλαια τους αποτελούνται κατά ένα μεγάλο μέρος από αναβαλλόμενους φόρους, με την έννοια ότι δεν θα πληρώσουν στο μέλλον φόρους όταν κερδίζουν (προφανώς προϋποθέτει να κερδίζουν, κάτι ανέφικτο σήμερα), είναι στα πρόθυρα της χρεοκοπίας – όπως αυτός που διαθέτει ακίνητα 10 εκ. €, έχοντας τα αγοράσει μόλις με 1 εκ. €, αλλά δεν μπορεί να πληρώσει τους φόρους και τελικά τα χάνει.

Γενικότερα τώρα στο θέμα της Ελλάδας, για να καταλάβουμε ακριβώς που βρισκόμαστε, το μεγάλο μας πρόβλημα είναι η πλήρης απώλεια της ανταγωνιστικότητας μας – η οποία δυστυχώς δεν οφείλεται μόνο στη γραφειοκρατία, στους ελλειμματικούς Θεσμούς, στο μη παραγωγικό δημόσιο κοκ. Ειδικότερα, η παραγωγικότητα μίας χώρας εξαρτάται κυρίως από την ιστορία της και την εξέλιξη του σχηματισμού παγίου κεφαλαίου της – στα οποία πρέπει να προσαρμοσθούν οι ονομαστικοί μισθοί (σε όρους διεθνούς συναλλάγματος) τόσο σε απόλυτο μέγεθος, όσο και στο ρυθμό αύξησης τους, επειδή διαφορετικά μία ανοιχτή οικονομία δεν μπορεί να επιβιώσει.

Εάν παραμένει μία χώρα σταθερά σε αυτόν τον κανόνα και έχει έναν λογικό πληθωρισμό (μεταξύ 2% και 5%), τότε οι μισθοί πρέπει να αυξάνονται ονομαστικά, όσο ο πληθωρισμός συν την άνοδο της παραγωγικότητας. Σε μία τέτοια περίπτωση η επιβίωση της είναι ασφαλής – εάν βέβαια η νομισματική πολιτική της λειτουργεί σωστά. Στο θέμα της Ελλάδας τώρα και όχι μόνο, πριν από την κρίση οι μισθοί αυξάνονταν πολύ περισσότερο από τον πληθωρισμό και την παραγωγικότητα των εργαζομένων της– οπότε το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, με αποτέλεσμα να μειώνονται οι εξαγωγές της και να αυξάνονται οι εισαγωγές (άρα το εμπορικό της έλλειμμα), παράλληλα με την αποψίλωση του παραγωγικού της ιστού.

Ταυτόχρονα, στη Γερμανία συνέβαινε (εγκληματικά και ύπουλα) ακριβώς το αντίθετο – οπότε η συγκριτική ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας μειωνόταν ακόμη περισσότερο (γράφημα, ανάλυση). Παράλληλα, η Ελλάδα σχημάτιζε πάγια κεφάλαια σε μη παραγωγικούς τομείς, όπως στα ακίνητα, μεταξύ άλλων επειδή στους υπόλοιπους κλάδους δεν ήταν ανταγωνιστική – με τελικό αποτέλεσμα την εκτόξευση των διδύμων ελλειμμάτων της και την υπερχρέωση της.

Μετά την κρίση τώρα, οι μισθοί προσαρμόσθηκαν μεν στον πληθωρισμό και στην παραγωγικότητα των εργαζομένων μέσω της εσωτερικής υποτίμησης, αλλά δημιούργησαν πολλά άλλα προβλήματα – όπως η τρομακτική πτώση του ΑΕΠ, με τα οδυνηρά επακόλουθα και τις παρενέργειες της. Ακόμη χειρότερα, κατέρρευσε ο σχηματισμός παγίου κεφαλαίου, επί πλέον στην ανατροπή της παραγωγικής ιστορίας της χώρας λόγω της ΕΕ (πρωτογενής τομέας) και της παγκοσμιοποίησης (εξαφάνιση παραδοσιακών βιομηχανικών κλάδων λόγω των τιμολογιακών επιθέσεων της Κίνας κλπ.).

Έτσι φτάσαμε στο παρόν, όπου η Ελλάδα χρειάζεται πάγιες επενδύσεις της τάξης των 150 δις € για να ανακτήσει την ανταγωνιστικότητα της (επίσης για να μην καταρρεύσουν οι υποδομές της) – ενώ, ακόμη και αν υπήρχαν τα κεφάλαια, θα απαιτούταν πολύς χρόνος για να αποδώσουν παραγωγικά. Με ένα πολύ απλό παράδειγμα, όταν μία βιομηχανία κλείνει, εξαφανίζεται η πάγια επένδυση της – πολύ δύσκολα δε ξανανοίγει, ενώ παράλληλα χάνονται οι δεξιότητες των εργαζομένων.

Οφείλουμε πάντως να σημειώσουμε εδώ ότι, η θεωρία των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων (Ricardo) δεν λειτουργεί όπως στο παρελθόν, λόγω της παγκοσμιοποίησης – όπου όλοι πολεμούν εναντίον όλων στις αγορές, χωρίς κανένα δίχτυ ασφαλείας. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις λοιπόν, με ελάχιστες εξαιρέσεις σε ορισμένους κλάδους, όσο και να μειωθούν ακόμη οι μισθοί, η Ελλάδα θα παραμένει πολύ ακριβή και άρα μη ανταγωνιστική στις διεθνείς αγορές – ενώ φυσικά με χαμηλότερους μισθούς δεν μπορούν να επιβιώσουν οι Έλληνες, ούτε η εγχώρια οικονομία.

Πρόκειται ουσιαστικά για ένα αδιέξοδο, στο οποίο δεν έπρεπε να οδηγηθεί η χώρα – αφού οι κίνδυνοι είναι μεγάλοι, ειδικά όσον αφορά τις υποδομές και επιχειρήσεις όπως η ΔΕΗ – της οποίας η καθαρή θέση το 2017 ήταν περί τα 5,7 δις € και το ενεργητικό της 15,4 δις €, ενώ η σημερινή χρηματιστηριακή αξία της μόλις 283 εκ. € (κάτι ανάλογο με τις τράπεζες).

Κλείνοντας, ο σκοπός του παραπάνω υπεραπλουστευμένου μικρού κειμένου μας δεν ήταν φυσικά μία ολοκληρωμένη οικονομική ανάλυση των θεμάτων, στα οποία αναφερθήκαμε, αλλά μία προσπάθεια να καταλάβει κανείς, έστω αμυδρά, τη μεγάλη εικόνα – έτσι ώστε να μην θεωρεί υπερβολική την άποψη μας σχετικά με το ότι, έχουν πέσει πια οι τίτλοι τέλους στην Ελλάδα.

Δυστυχώς, για να επανέλθει η χώρα μας στην προηγούμενη της κατάσταση, ακόμη και αν λυνόταν ως δια μαγείας τα θηριώδη πολιτικά της προβλήματα (αυτά του διεφθαρμένος κομματικού-πελατειακού κράτος που εξελίχθηκε μεν διαχρονικά από το 19ο αιώνα, αλλά εδραιώθηκε μετά το 1981 – αποτρέποντας έκτοτε όλες τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις, σε σημείο που να υπερχρεώσει την Ελλάδα, να τη χρεοκοπήσει στη συνέχεια και στο τέλος να την ξεπουλήσει), καθώς επίσης αυτά της Ευρωζώνης, θα χρειαστούν αρκετά χρόνια, πάρα πολλά χρήματα, κόπος και πολύ δουλειά – ευχόμενοι και ελπίζοντας να συμβούν και τα δύο. Με τόσο υψηλό δημόσιο χρέος όμως, οι ελπίδες είναι σχεδόν ανύπαρκτες – οπότε από εκεί πρέπει να ξεκινήσει κανείς.

πηγή:analyst.gr