Η πανδημία συναντά τον καπιταλισμό: ο κορονοϊός και το μεγάλο κραχ

Δημοσιεύτηκε: 4 Ιανουαρίου, 2021

Τα χρηματιστήρια είναι συνήθως ένα καλό μέτρο για να προβλέψει κανείς επικείμενα οικονομικά προβλήματα ή ακόμα και προβλήματα στην παραγωγή του κέρδους. Η πανδημία ξεκινάει από την πρώτη παραγωγό χώρα στον κόσμο, την Κίνα. Η μητρόπολη Wuhan στην καρδιά της χώρας μπαίνει σε καραντίνα και τα χρηματιστήρια της Δύσης αρχίζουν να σπάνε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Ο Dax κλείνει στις 19 Φεβρουαρίου στις 13.795 μονάδες, ιστορικό υψηλό, και υποχωρεί έπειτα σταθερά. Οι κυβερνήσεις της Δύσης αρχίζουν να αναγνωρίζουν, η μία μετά την άλλη, πως ο ιός θα χρειαστεί δραστικά μέτρα. Η αρχή γίνεται από την ιταλική κυβέρνηση με λοκντάουν και αποκοπή ολόκληρων περιοχών της Λομβαρδίας και της Βενετίας από την υπόλοιπη χώρα. Κάπου εκεί καταλαβαίνουν επενδυτές και κερδοσκόποι πως ο ιός δεν απειλεί μοναχά την ανθρώπινη ζωή, μπορεί να οδηγήσει την παγκόσμια οικονομία σε βαθιά κρίση.

Και η κρίση ήρθε. Μετά το υψηλό του Φεβρουαρίου ο Dax και οι υπόλοιποι διεθνείς δείκτες έχασαν περίπου το 40% της αξίας τους. Για τους κερδοσκόπους φάνηκε να πραγματοποιείται το χειρότερο δυνατό σενάριο. Πρώτον, συνεχίστηκε η πτώση της κερδοφορίας των μεγάλων εταιρειών που είχε ξεκινήσει από το 2018 και η οποία, υπό την πίεση του κορονοϊού, απειλεί να μετατραπεί σε μια βαριά ύφεση. Δεύτερον, αδύναμες επιχειρήσεις σχεδόν έφτασαν στο χείλος της χρεοκοπίας και αδυνατούν να πληρώσουν τα χρέη τους, τα οποία έχουν περίπου διπλασιαστεί από το 2009. Τρίτον, αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει απειλή για τους χρηματοδότες τους και κυρίως για τις τράπεζες και να θέσει ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα σε κίνδυνο. Η σχεδόν σε πανικό ατμόσφαιρα των χρηματιστηρίων ενισχύθηκε και από την κατάσταση στην αγορά πετρελαίου. Η τιμή του απαραίτητου για την βιομηχανική παραγωγή ορυκτέλαιου αποτελεί συχνά βάσιμο παγκόσμιο οικονομικό δείκτη. Η ζήτηση και οι τιμές του πετρελαίου έχουν υποχωρήσει εδώ και μήνες κυρίως λόγω της αργής και ασθενικής ανάπτυξης της βιομηχανικής παραγωγής στην Κίνα. Στο τέλος Φεβρουαρίου και στο ξεκίνημα του Μαρτίου κατέρρευσε επίσης και μια συμφωνία μεταξύ των δύο μεγαλύτερων εξαγωγών ορυκτέλαιων του κόσμου, της Σαουδικής Αραβίας και της Ρωσίας. Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης πετρελαίου έγιναν προσωρινά αρνητικά. Ο αγοραστής λάμβανε ουσιαστικά μπόνους για να πάρει πετρέλαιο. Τις μέρες εκείνες εμφανίστηκαν και οι πρώτες συγκρίσεις με το 1929, όταν μειώθηκαν δραματικά οι τιμές των βιομηχανικών πρώτων υλών και των αγροτικών αγαθών.

Άξιο απορίας είναι το γεγονός πως τα χρηματιστήρια αρχίζουν ήδη από τον Απρίλιο να σημειώνουν άνοδο. Μέχρι τον Μάιο δε, είχε ανακτηθεί περισσότερο από το μισό των απωλειών του Μαρτίου. Στις ΗΠΑ το αρνητικό ρεκόρ της αρχής του έτους ξεπεράστηκε τον Σεπτέμβριο, με τα μεγάλα ιντερνετικά συμφέροντα που επωφελήθηκαν από την κρίση, τις Amazon, Alphabet, Apple, Facebook, Microsoft κ.α., να σημειώνουν σημαντικά κέρδη.

Τα κράτη στηρίζουν την ζήτηση και τις αγορές, αλλά η καθοδική πορεία απειλεί ακόμα την παγκόσμια οικονομία.

Η γρήγορη και – μέχρι στιγμής – βιώσιμη ανάκαμψη των χρηματιστηρίων κατέστη δυνατή καθώς ήταν αδύνατο να υπολογίσει κανείς το βάθος της κρίσης του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού τομέα, τη διάρκεια και τις μακροπρόθεσμες συνέπειές της. Αρκούσε πιθανά πως οι κεντρικές τράπεζες των ισχυρών κρατών, κυρίως η αμερικανική FED και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, παρείχαν στις τράπεζες και έμμεσα και στις αγορές δάνεια πολλαπλάσια των προηγούμενων με ευνοϊκούς όρους. Οι τραπεζίτες των κεντρικών τραπεζών δήλωσαν έτσι προς πάσα κατεύθυνση πως δεν θα επέτρεπαν την κατάρρευση καμίας συστημικής τράπεζας, κανενός ταμείου και καμίας σκιώδους τραπεζικής αγοράς. Όπως έδειξε η έκβαση των πρώτων ημερών του Μαρτίου όμως, αυτή η χωρίς προηγούμενο ένεση ρευστότητας μέσω των κεντρικών τραπεζών δεν θα έφτανε. Κρίθηκε αναγκαίο, οι κυβερνήσεις των μεγάλων καπιταλιστικών κρατών να απελευθερώσουν κεφάλαια από τον κρατικό προϋπολογισμό σε μια εντελώς νέα κλίμακα, πρώτον για να αποτρέψουν την πτώχευση μεγάλων εταιρειών, δεύτερον για να αποκαταστήσουν μερικά την απώλεια της ζήτητσης που προκάλεσε το λοκντάουν και τρίτον για να ενισχύσουν τις επενδύσεις μετά την καταστροφή που προκάλεσε ο κορονοϊός μέσω γενναίων παροχών.

Τα οικονομικά προγράμματα των κυβερνήσεων ήρθαν γρηγορότερα από ποτέ. Στη Γερμανία, ο υπουργός Οικονομίας Peter Altmaier (CDU) και ο υπουργός Οικονομικών Olaf Scholz (SPD) ανακοίνωσαν το γερμανικό πρόγραμμα βοήθειας στις 14 Μαρτίου. Αρχικά ήταν περίπου 900 δισεκατομμύρια ευρώ, περίπου διπλάσιο από το θρυλικό πρόγραμμα διάσωσης τραπεζών του Οκτωβρίου του 2008, στο αποκορύφωμα της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης μέχρι σήμερα. Επιπλέον, τέθηκε σε αναστολή η απαίτηση για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς που είχε ενσωματωθεί στο σύνταγμα το 2009. Το ύψος του προγράμματος κρίθηκε θετικά. «Μπορούμε να το σηκώσουμε» είπαν υπουργοί, βουλευτές και ΜΜΕ. Οι καπιταλιστικές ενώσεις φαινόταν πολύ ικανοποιημένες που απαλλάχτηκαν τόσο εύκολα από την απαγόρευση της δημιουργίας χρέους, η οποία πρόσφατα τους έγινε βάρος, σίγουροι βέβαια πως ανα πάσα στιγμή μπορούν και την αναβιώσουν.

Η επιδημία σε καμία περίπτωση δεν έχει ξεπεραστεί, στη Δύση δεν έχει τεθεί καν υπό κάποιον έλεγχο. Οι εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) για την οικονομική συρρίκνωση κατά το επόμενο έτος είναι -4,4% για τις ΗΠΑ, -8,3% για την ΕΕ, -6% για την Γερμανία και ένα μικρό συν σχεδόν δύο τοις εκατό για την Κίνα. Σύμφωνα με αυτήν την εκτίμηση, ο όγκος του παγκόσμιου εμπορίου αναμένεται να μειωθεί κατά δέκα τοις εκατό το 2020. Ακόμα και σύμφωνα με αυτή τη φιλική εκτίμηση του ΔΝΤ, το 2021 δεν θα είναι σε θέση να αντισταθμίσει τη χειρότερη ύφεση που έχει βιώσει η παγκόσμια οικονομία μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό θα απαιτούσε από τα οικονομικά ισχυρά κράτη προγράμματα διάσωσης. Λόγω των περιστάσεων, συνετοί ηγέτες θα αναγκαστούν να δημιουργήσουν νέα ζήτηση (εξοπλισμοί, πράσινη ανάπτυξη, υποδομές, μπόνους κατά την αγορά καταναλωτικών αγαθών) και ταυτόχρονα να χρηματοδοτήσουν μέρος του κόστους παραγωγής αυτών. Στον κρατικό-μονοπωλιακό καπιταλισμό, εν μέσω ακόμα του νεοφιλελεύθερου καθεστώτος, το κράτος γίνεται όλο και πιο απαραίτητο. Αντί για ανοδική πορεία ή ακόμη και για στασιμότητα, απειλεί η οικονομική ύφεση.

Πηγή: Junge Welt

Μετάφραση: antapocrisis

Lucas Zeise

Ο Lucas Zeise είναι οικονομολόγος, δημοσιογράφος, μέλος του Κ.Κ. Γερμανίας (DKP).